ΑΡΘΡΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

Η Οδύσσεια του Ασφαλιστικού

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2016

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

Τα αποθεματικά της κοινωνικής ασφάλισης

Από τους: Σάββα Ρομπόλη, Βασίλειο Μπέτση

Κατά τα πρώτα έτη δημιουργίας των ασφαλιστικών ταμείων, τα έσοδα από εισφορές

των ασφαλισμένων (εργαζόμενοι) είναι πολύ μεγαλύτερα από τις συνταξιοδοτικές

δαπάνες, αφού ο αριθμός των συνταξιούχων είναι περιορισμένος κατά την αρχική

περίοδο λειτουργίας τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια σημαντική περιουσιακή

κατάσταση στο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ).

 

Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που συγκροτείται το αποθεματικό κεφάλαιο της κοινωνικής ασφάλισης, η έννοια και η πρακτική της ορθολογικής αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της κοινωνικής ασφάλισης αποκτούν δεσπόζουσα θέση στη διαχείριση των πόρων, ανάλογη με αυτή της είσπραξης των εσόδων, προκειμένου να μην απαξιώνεται το αποθεματικό κεφάλαιο λόγω της επίδρασης της χρονικής αξίας του χρήματος, αλλά και να δημιουργούνται επιπλέον έσοδα που να συμπληρώνουν τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών.

 

Από την άποψη αυτή, αυτό για το οποίο θα πρέπει να φροντίζει η κοινωνικο-ασφαλιστική διοίκηση μιας χώρας είναι η αξιοποίηση των αποθεματικών με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγουν νέα έσοδα, αλλά και να μην απαξιώνεται η αξία τους με το πέρασμα των χρόνων.

 

Η ορθολογικού τύπου αυτή αξιοποίηση οδηγεί στη μη απαξίωση και απομείωση των αποθεματικών του ΣΚΑ, ο ρόλος των οποίων είναι να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές κρίσεις και υφέσεις της οικονομίας καθώς και τη γήρανση του πληθυσμού, ώστε να διατηρούνται μακροχρόνια οι παροχές προς τους ασφαλισμένους σε σταθερά επίπεδα.

 

Ομως, στην πορεία εξέλιξης του ΣΚΑ στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό ότι με την εφαρμογή της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής για τους μισθωτούς, σε σχέση με το επίπεδο παραγωγικότητας και το επίπεδο του δείκτη τιμών καταναλωτή, διαμορφώθηκε ως επιχειρηματικό κέρδος μια μάζα κεφαλαίου η οποία επενδύεται ή κατατίθεται, σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό, στο τραπεζικό-πιστωτικό σύστημα ή διατίθεται για αγορά εντόκων γραμματίων από το Δημόσιο.

 

Ταυτόχρονα, τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης με την παρέμβαση του κράτους δανείζονται μέρος αυτών αλλά και άλλων καταθέσεων διαμέσου του τραπεζικού-πιστωτικού συστήματος με υψηλό επιτόκιο για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

 

Πράγματι, τα ασφαλιστικά ταμεία για να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, ιδιαίτερα μετά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, κατέφευγαν σε τραπεζικό δανεισμό, καταβάλλοντας πολύ υψηλά επιτόκια. Το γεγονός αυτό οφείλεται στον αναγκαστικό νόμο 1611/1950, σύμφωνα με τον οποίο τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων κατετίθεντο υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος στην οποία τοκίζονταν με επιτόκιο που καθόριζε η Νομισματική Επιτροπή. Μέχρι το 1993, η «απόδοση» αυτών των διαθεσίμων κεφαλαίων στην Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία της ΤτΕ, δεν είναι αποτέλεσμα μιας ενεργητικής επενδυτικής διαχείρισής τους, αλλά ταυτίζεται με το εκάστοτε διοικητικά οριζόμενο επιτόκιο.

 

Σημειώνεται ότι για το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της περιόδου (1951-2006) το επιτόκιο αυτό οριζόταν σε επίπεδα χαμηλότερα από το τρέχον επιτόκιο ταμιευτηρίου, καθώς και από τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα την αρνητική απόδοση και τη μείωση της πραγματικής αξίας των καταθέσεων.

 

Παράλληλα, κατά τη δεκαετία του 2000, η πώληση μετοχών στη φάση κατάρρευσης του Χρηματιστηρίου επέφερε στα ασφαλιστικά ταμεία απώλειες 3,5 δισ. ευρώ. Η αγορά σύνθετων επενδυτικών προϊόντων, χωρίς την ύπαρξη θεσμικών και εξειδικευμένων υποδομών ανάλυσης, ελέγχου, εποπτείας κ.λ.π. οδήγησε στην καταγραφή σημαντικών απωλειών για τα ασφαλιστικά ταμεία. Επιπλέον, τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων τα οποία πριν από το PSI ήταν περίπου 24 δισ. ευρώ συνολικά, υπέστησαν με το κούρεμα (12/3/2012) των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που κατείχαν στο χαρτοφυλάκιό τους απώλειες σε ονομαστικές αξίες, λόγω του PSI, της τάξης του 53% (απομείωση του ήδη συρρικνωμένου κεφαλαίου κατά 12 δισ. ευρώ) και σε πραγματικές αξίες άνω του 70%, εάν ληφθούν υπόψη οι τιμές διαπραγμάτευσης των νέων ομολόγων (λήξεως 2023-2042) στη δευτερογενή αγορά.

 

Επίσης, τα ασφαλιστικά ταμεία απώλεσαν και ένα μεγάλο ποσό από τόκους και προσόδους έναντι αρχικών τίτλων που κατείχαν, με αποτέλεσμα από το προβλεπόμενο ποσό των 700-800 εκατ. ευρώ που επρόκειτο να αποκομίσουν οι ασφαλιστικοί φορείς σε ετήσιες αποδόσεις, να λαμβάνουν πλέον περίπου 120-160 εκατ. ευρώ.

 

Με άλλα λόγια, η διαχρονική αυτή ανορθολογική στρατηγική διαχείρισης των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων, σε συνδυασμό με τη διαχρονική συστηματικότητα και διεύρυνση του φαινομένου της εισφοροδιαφυγής, εισφοροαποφυγής κ.λπ. (4 δισ. ευρώ τον χρόνο - 2015), την επέκταση της ευελιξίας της απασχόλησης –μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία– 1,8 δισ. ευρώ (2016) κατά μέσο όρο τον χρόνο, οδήγησαν και οδηγούν ουσιαστικά στη μεταφορά των ίδιων πόρων εκτός του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνοντας τα επίπεδα των συνολικών περιουσιακών στοιχείων στα επίπεδα των 16 δισ. ευρώ (6 μηνών συντάξεις).

 

Η ανορθολογική αυτή διαχείριση των αποθεματικών του ΣΚΑ, όπως αποδεικνύεται, συντελέστηκε σε βάρος των οικονομικών της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας ότι το χρηματοδοτικό της υπόβαθρο κατηγοριοποιήθηκε θεσμικά ως κεφαλαιακά και κερδοφόρα αξιοποιήσιμο από εξωασφαλιστικούς, επιχειρηματικούς και χρηματο-πιστωτικούς οργανισμούς, με αποτέλεσμα οι ελλειμματικές παθογένειες του ΣΚΑ αλλά και τα προκαλούμενα ελλείμματα της μνημονιακής λιτότητας (2010-2020) να καλύπτονται, ώς ένα βαθμό, με τη σωρευτική μείωση τουλάχιστον κατά 50 δισ. ευρώ των συντάξεων. Σε αυτές τις δυσμενείς οικονομικές και συνταξιοδοτικές συνθήκες του ΣΚΑ, παρατηρείται στις μέρες μας μία τάση μεταβίβασης της επικουρικής ασφάλισης εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό τομέα, όχι μόνο για τη διαχείριση των αποθεματικών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και για την ίδρυση και διαχείριση συνταξιοδοτικών ταμείων κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μπορεί η ιδιωτική ασφάλιση να αναλάβει τους μεγάλους και πολύπλοκους κινδύνους που περιέχονται στην υποστήριξη μιας συνταξιοδοτικής παροχής ή αν σε περιόδους οικονομικών κρίσεων θα στρέφεται στη διάσωση από μέρους του κράτους, διαμέσου της φορολογίας, προκειμένου να μην προκληθούν κοινωνικές αντιδράσεις. Από την άποψη αυτή, η ιδιωτική ασφάλιση υποστηρίζει ότι η τεχνική της διαφοροποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο των επενδύσεων, χωρίς όμως να αναφέρεται η μη αναποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου της γήρανσης του πληθυσμού, ο οποίος παραμένει και στα κεφαλαιοποιητικά συστήματα. Παράλληλα, η ιδιωτική ασφάλιση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τους δύο νέους πολύ σημαντικούς κινδύνους, όπως είναι ο γεωπολιτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος των κυβερνοεπιθέσεων (cyber risk).

 

Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος κλονίζει σημαντικά την τεχνική της διαφοροποίησης των επενδύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένου ότι οι κρίσεις και η ανάπτυξη δυνάμεων εθνοτικού και εθνικιστικού χαρακτήρα μπορούν να οδηγήσουν, μεταξύ άλλων, στην απώλεια ενός σημαντικού μέρους των συσσωρευμένων εισφορών των εργαζομένων και κατ’ επέκταση και της μελλοντικής τους σύνταξης.

 

Ομως, η σοβαρότητα αυτών των κινδύνων προϋποθέτει την αντιμετώπισή τους σε επίπεδο δημόσιων πολιτικών και παρεμβάσεων και όχι σε επίπεδο μετατόπισης των συνεπειών στους ασφαλισμένους/εργαζόμενους, διαμέσου της ιδιωτικοποίησης της επικουρικής ασφάλισης και της δημιουργίας του αναχρονιστικού και εξατομικευμένου συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης και στην κύρια σύνταξη.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε χώρες (π.χ. Σουηδία) που εφαρμόστηκε πριν από δύο δεκαετίες το σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης, συζητείται, το τελευταίο χρονικό διάστημα, επιστημονικά, κοινωνικά και πολιτικά, η κατάργησή του και η επανεγκαθίδρυση στο σουηδικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του διανεμητικού συστήματος καθορισμένων παροχών.

 

 

Η ευελιξία απασχόλησης αποκρύπτει

την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες

Η αύξηση των συνταξιούχων και

ο σύγχρονος Καιάδας

Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη

της ελληνικής οικονομίας;

Η επόμενη μέρα

της παγκοσμιοποίησης

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics