ΑΡΘΡΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

Η Οδύσσεια του Ασφαλιστικού

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2016

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

Σύγχρονες εξελίξεις και προοπτικές του Συστήματος Κοινωνικής

Ασφάλισης στην Ελλάδα

Από τον Σάββα Ρομπόλη

1. ΤΑ  ΔΕΔΟΜΕΝΑ

 

Το παρατεταμένο υψηλό επίπεδο της ανεργίας κατά την τρέχουσα δεκαετία (22,5%, 1.060.000 άτομα - Μάρτιος 2017) από 23,8% τον Μάρτιο του 2016  και από 9,5% το 2009, με τους νέους (ες) 15-24 ετών να πλήττονται κατά 46,6% από την ανεργία, ενώ η μακροχρόνια ανεργία είναι 73% (κάθε άνεργος είναι άνεργος περισσότερο από 2,5 έτη). Παράλληλα, σε 350.000 οικογένειες δεν υπάρχει εργαζόμενο μέλος, η ύφεση (-26% από το 2010 μέχρι το 2016), η επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης τόσο σε επίπεδο προσλήψεων (6 στις 10 προσλήψεις), όσο και σε επίπεδο εργαζομένων(9,5% σε επίπεδο χώρας και 16,5% σε έξι κλάδους αιχμής της ευελιξίας (χονδρικό - λιανικό εμπόριο, τουρισμός, εστιατόρια, τρόφιμα - ποτά), η γήρανση του πληθυσμού, η παράταση του φαινομένου της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, η αδήλωτη εργασία, η ανησυχητική συρρίκνωση του αποθεματικού κεφαλαίου (16,2 δις ευρώ το 2016 από 30 δις ευρώ το 2010) με διάφορους τρόπους (π.χ. PSI-2012 προκάλεσε απώλειες 12,5 δις ευρώ, 53%) στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Ταυτόχρονα, η σταδιακή συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησης (από 18,9 δις ευρώ το 2010 σε 8,6 δις ευρώ την περίοδο 2015-2018) και παρά την μείωση των συντάξεων (-45%) και των  συνταξιοδοτικών δαπανών από 38 δις ευρώ το 2010 σε 30,2 δις ευρώ το 2016 (17,1% του ΑΕΠ), έχουν δημιουργήσει, μεταξύ των άλλων, σοβαρές συνθήκες δυσμενούς οικονομικής  και κοινωνικής κατάστασης τόσο στους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους και τις νέες γενεές (θα αποκτήσουν μία συνταξιοδοτική παροχή που θα  είναι  αρκετά μικρότερη (53%) από την παρούσα αξία των εισφορών που θα καταβάλλουν κατά την διάρκεια του εργασιακού τους βίου), όσο και στα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία  ένα μέρος των πόρων τους, εκτός από τις ασφαλιστικές εισφορές και την κρατική χρηματοδότηση, εξοικονομούν από το 2010 μέχρι σήμερα, με την αδιέξοδη επιλογή των συνεχών μειώσεων των συντάξεων.

 

 

2. ΤΟ  ΚΥΡΙΑΡΧΟ  ΠΡΟΒΛΗΜΑ

 

Με  αφετηρία  τα  δεδομένα αυτά, το κυρίαρχο πρόβλημα συνίσταται στο γεγονός ότι τόσο τις επιπτώσεις των ασκούμενων πολιτικών της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης (ύφεση, ανεργία, μείωση μισθών, αύξηση φόρων  και ασφαλιστικών εισφορών, κλπ), όσο και τις επιπτώσεις του δημογραφικού ελλείμματος και του ελλείμματος της απασχόλησης, καλούνται να καλύψουν χρηματοδοτικά από το 2010,  η μείωση των παροχών, η αύξηση των εισφορών, η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αλλαγή του συστατικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα του συστήματος  κοινωνικών ασφαλίσεων (ΣΚΑ). Τα επιχειρήματα για την υλοποίηση αυτής πολιτικής από την πλευρά των δανειστών και των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν και είναι ότι: α) το ΣΚΑ στην Ελλάδα θα πρέπει να μεταλλαχθεί από διανεμητικό (κοινωνική αλληλεγγύη) σε κεφαλαιοποιητικό ή ultra - κεφαλαιοποιητικό (εξατομικευμένες ατομικές μερίδες) σύστημα κοινωνικής ασφάλισης νοητής κεφαλαιοποίησης (ιδιωτικά συνταξιοδοτικά συστήματα, βασική σύνταξη),  β) το κράτος θα πρέπει να περιορίσει την χρηματοδότηση του μόνο στην χρηματοδότηση της εθνικής σύνταξης και γ) το ΣΚΑ στην Ελλάδα θα πρέπει από σπάταλο και γενναιόδωρο να μετεξελιχθεί σε  περιοριστικό και εξατομικευμένο. Έτσι, το Κράτος στην Ελλάδα στα πλαίσια των ασκούμενων πολιτικών των τριών Μνημονίων, επιδιώκει την  σταδιακή μείωση της χρηματοδότησης του αλλά λόγω των νέων συνταξιοδοτήσεων (2010 - 2016 συνταξιοδοτήθηκαν τουλάχιστον 650.000 άτομα), αδυνατεί να επιτύχει, παρά την σημαντική μείωση των συντάξεων, το επίπεδο συρρίκνωσης της κρατικής χρηματοδότησης που επιδιώκει. Παράλληλα, σε αναλογιστικούς όρους, παρά τις μειώσεις των συντάξεων και την απώλεια 50 δις ευρώ από το εισόδημα των συνταξιούχων (2010-2016) καθώς και των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 8,0 δις ευρώ την περίοδο 2010-2016, την δεκαετία του 2020 η πορεία των ελλειμμάτων της κύριας και της επικουρικής ασφάλισης σε συνθήκες baby-booming (2023-2028), υψηλής ανεργίας και γήρανσης του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα είναι σχεδόν τριπλάσια αυξητική (4% - 6%) σε σχέση με την πενταετία 2015-2020.

 

 

3. ΟΙ  ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Οι σύγχρονες εξελίξεις του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα, χαρακτηρίζονται, κατά βάση, από την συντελούμενη οργανωτικο - λειτουργική και ασφαλιστική αποδιάρθρωση καθώς και από το αδιέξοδο των συνεχών μειώσεων των συντάξεων, με την έννοια ότι οι περικοπές συνοδεύονται από ελλείμματα και τα ελλείμματα συνοδεύονται από περικοπές. Κι’ αυτό γιατί, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, δεν αντιμετωπίζονται τα βαθύτερα και  συστημικά  προβλήματα του ΣΚΑ. Αντίθετα, οι ασκούμενες πολιτικές εξαντλούνται κατ’ αποκλειστικότητα στην περιοριστική και αναποτελεσματική διαχείριση των παραμετρικών αλλαγών (όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αύξηση εισφορών, μείωση παροχών, κλπ), παραγνωρίζοντας  εντελώς την εξίσωση του μακρο - οικονομικού πλαισίου του ΣΚΑ (α*φ =β*Δ), όπου α:  απασχόληση, φ: ασφαλιστικές εισφορές, β: βιοτικό επίπεδο ασφαλισμένων -συνταξιούχων και Δ: δημογραφία.

 

Πιο συγκεκριμένα, το πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (Ν.4387/2016-Μνημόνιο 3) ακολουθώντας τα νομοθετικά βήματα των Μνημονίων 1 και 2 (Ν.3683/10, Ν.3685/10, Ν.3996/11, Ν.4093/12, Ν.4336/15) προβλέπει: α) Σύσταση Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), β) Σύσταση  Ενιαίου Φορέα Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών, χωρίς την ύπαρξη ενός συγκροτημένου επιχειρησιακού σχεδίου, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο χρόνο υλοποίησης του, περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα οργανωτικά - λειτουργικά προβλήματα του ΣΚΑ και δεν αντιμετωπίζουν τις συσσωρευμένες οργανωτικο-λειτουργικές και κοινωνικο-ασφαλιστικές παθογένειες του, γ) Θέσπιση της Εθνικής Σύνταξης (384 ευρώ τον μήνα-20 έτη ασφάλισης) και (346 ευρώ τον μήνα-15 έτη ασφάλισης) χρηματοδοτούμενης από την φορολογία  καθώς και της Ανταποδοτικής Σύνταξης, που καταλήγει σε υπονόμευση, διαμέσου των συντελεστών αναπλήρωσης, της αρχής της αναλογικότητας-ανταποδοτικότητας εισφορών - παροχών, δ) Αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της κύριας σύνταξης καθώς και αλλαγή του χαρακτήρα (Νοητή κεφαλαιοποίηση-Ατομικοί Λογαριασμοί) της επικουρικής ασφάλισης, ε) Αναπροσαρμογή των εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών - Αγροτών, στ) Δυσμενείς αλλαγές στις συντάξεις χηρείας και της απασχόλησης των συνταξιούχων, ζ) Επανϋπολογισμός των παλαιών και των νέων μετά τις 13/5/16 συντάξεων και κατάργησης της προσωπικής διαφοράς την 1/1/2019, με μειώσεις 18% κατά μέσο όρο, που σημαίνει περικοπές των συντάξεων από 40 ευρώ μέχρι 300 ευρώ τον μήνα, προκειμένου να εξοικονομηθούν πόροι της τάξης του 1,8 δις ευρώ, η) Υιοθέτηση της λανθασμένης άποψης του ΔΝΤ και των δανειστών ότι το έλλειμμα του ΣΚΑ είναι 10% του ΑΕΠ, δηλ. 18 δις ευρώ, ενώ για παράδειγμα στην Γερμανία το έλλειμμα που καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό είναι 3% του ΑΕΠ. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι από το 10% του ΑΕΠ, το 4,5% του ΑΕΠ είναι η τριμερής  χρηματοδότηση από την πλευρά του Κρατικού Προϋπολογισμού και το υπόλοιπο 5,5% του ΑΕΠ είναι το έλλειμμα που καλύπτει με τις επιχορηγήσεις του ο Κρατικός Προϋπολογισμός. Επομένως, η διαφορά για παράδειγμα του ελλείμματος στην Ελλάδα από την Γερμανία δεν είναι 7% του ΑΕΠ,  όπως υποστηρίζουν οι δανειστές, αλλά είναι 2,5% του ΑΕΠ, θ) Χρηματοδότηση του ΣΚΑ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό από  1/1/2019 μόνο της Εθνικής Σύνταξης, η οποία θα κυμαίνεται στο 7% του ΑΕΠ (12 δις ευρώ) και η ανταποδοτική σύνταξη θα χρηματοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές, ι) Συνολικές μειώσεις των  συντάξεων  κατά την περίοδο 2010-2019 εκτιμάται στο επίπεδο του 70%, σε σχέση με το επίπεδο των συντάξεων του 2009.

 

Με αφετηρία αυτά τα δεδομένα, είναι φανερό ότι από επιστημονική άποψη δεν πρόκειται για παρεμβάσεις ασφαλιστικού χαρακτήρα που έχουν συντελεσθεί στην Ελλάδα από το 2010 και μετά αλλά για παρεμβάσεις φορολογικού και δημοσιονομικού χαρακτήρα, οι οποίες λανθασμένα συνέδεσαν το ΣΚΑ με τα πρωτογενή πλεονάσματα και την εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό σημαίνει, μεταξύ των άλλων, ότι έχουν υπονομευτεί οι τρείς από τις τέσσερις αρχές του ΣΚΑ: α) η αρχή της ισότητας, β) η αρχή της αλληλεγγύης των γενεών και γ) η αρχή της αναλογικότητας-ανταποδοτικότητας εισφορών-παροχών, γεγονός που  αποδεικνύεται όχι μόνο από την πολύ χαμηλή ανταπόδοση των εισφορών (52%) αλλά και από την μεταφορά της αρμοδιότητας της είσπραξης των εισφορών στην Ενιαία αρχή είσπραξης δημοσίων εσόδων από τα τέλη του 2017, θεωρώντας έτσι ότι οι εισφορές δεν έχουν ανταποδοτικότητα, όπως και οι φόροι και συσφίγγοντας ακόμη περισσότερο την εξαρτησιακή  σχέση (δομική και ιστορική παθογένεια) του ΣΚΑ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, γεγονός που θα έχει αρνητική πρακτική σημασία για το ΣΚΑ, τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Οι δανειστές και οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 2010, στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης καθόρισαν (με τι άραγε κριτήρια?) ότι ο δείκτης δαπάνες συντάξεων προς ΑΕΠ, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το επίπεδο του 16% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Στην Ελλάδα το 2009 ο δείκτης αυτός ήταν 13,5% του ΑΕΠ και καθορίσθηκε ως ανώτερο περιθώριο αύξησης του το 2,5%, προκειμένου να προκύπτει αθροιστικά, ως ανώτερο επίπεδο των δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ, το 16% του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, σε συστημικούς  όρους, ο κλάδος της κύριας ασφάλισης, μετά τον κλάδο της επικουρικής ασφάλισης, μεταλλάσσεται από διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών σε διανεμητικό σύστημα καθορισμένων αλλά μη εγγυημένων παροχών, με την έννοια ότι ο ασφαλισμένος πλέον δεν θα μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων το επίπεδο της συνταξιοδοτικής του παροχής, δεδομένου ότι αυτή θα μεταβάλλεται ανάλογα με το επίπεδο του δείκτη δαπάνες συντάξεων προς ΑΕΠ. Παράλληλα, στον συγκεκριμένο αυτόν δείκτη σημαντική παράμετρο αποτελεί ο παρονομαστής, δηλαδή το επίπεδο του ΑΕΠ. Επομένως, όσο μεγαλύτερος είναι ο παρονομαστής (ΑΕΠ), τόσο μικρότερος θα είναι ο δείκτης, ενώ όσο μικρότερος (ύφεση) θα είναι ο παρονομαστής (ΑΕΠ), τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο δείκτης των δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ. Στην κατεύθυνση αυτή, οι δανειστές και οι ελληνικές κυβερνήσεις και με δεδομένο τις λανθασμένες μακρο-οικονομικές προβλέψεις τους, δημιούργησαν, κατά την περίοδο 2010 - 2017, συνθήκες οικονομικού και κοινωνικού αδιεξόδου στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με την έννοια της κατάρρευσης του ΑΕΠ από 237,1 δις ευρώ το 2009 σε 175,5 δις ευρώ το 2016 (-26.1%).

 

Ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη το παρατεταμένο υψηλό επίπεδο της ανεργίας και την αύξηση του αριθμού των συνταξιοδοτήσεων που προκάλεσαν οι πολιτικές των περικοπών και της ύφεσης, ο δείκτης δαπάνες συντάξεων προς ΑΕΠ από 13,5% του ΑΕΠ το 2009 αυξήθηκε στο 17,1% του ΑΕΠ το 2015, λόγω κυρίως της ραγδαίας μείωσης του ΑΕΠ στην χώρα μας, κατά την περίοδο 2010-2016. Πιο συγκεκριμένα, μελετώντας και αναλύοντας ποσοτικά τα στατιστικά στοιχεία του συστήματος ΗΛΙΟΣ (από το 2013 μέχρι τον Μάϊο 2017) και χρησιμοποιώντας μοντέλα μακροοικονομικών και αναλογιστικών προβολών, παρατηρούμε ότι η εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριας και επικουρικής σύνταξης) από 17,1% του ΑΕΠ το 2016 (30,2 δις ευρώ συνταξιοδοτικές δαπάνες και 176 δις ευρώ ΑΕΠ), σε 16% του ΑΕΠ το 2019 (31,8 δις ευρώ συνταξιοδοτικές δαπάνες και 198 δις ευρώ ΑΕΠ), προϋποθέτει μία μέση  ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που δεν θα επαληθευτεί η πρόβλεψη αυτή, τότε από το 2018 και μετά θα λειτουργήσει ο «κόφτης» των δαπανών των συντάξεων, προκειμένου να διατηρηθεί το ανώτερο επίπεδο του δείκτη δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ στο 16% του ΑΕΠ, γεγονός που αναδεικνύει ότι το αδιέξοδο των συνεχών μειώσεων των συντάξεων, εφόσον ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ δεν θα είναι 4%, θα παραταθεί και κατά την δεκαετία του 2020. Για  παράδειγμα η πρόβλεψη του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη το 2021 θα είναι 27,4 δις. ευρώ(14% του ΑΕΠ) μπορεί να είναι μικρότερο του πλαφόν του 16% του ΑΕΠ που έχει θεσπισθεί από τους δανειστές και τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά εάν αυτό το επίπεδο(14% του ΑΕΠ) των συνταξιοδοτικών δαπανών δεν επιτευχθεί με ανάπτυξη   και  αύξηση  του  ΑΕΠ, τότε θα επιτευχθεί  με  περαιτέρω  μειώσεις  των  συντάξεων. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι το 2021, όπου ο αριθμός των συνταξιούχων θα είναι 3 εκατ. άτομα περίπου και η συνταξιοδοτική δαπάνη θα είναι 27,4 δις. ευρώ, το επίπεδο των συντάξεων για το 50%  των συνταξιούχων θα είναι κάτω των 500 ευρώ μικτά και για το άλλο 50% θα είναι μεταξύ των 500-1000 ευρώ .

 

 

4. ΟΙ  ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ

 ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Το προαναφερόμενο εύρημα αποδεικνύει με τον πιο εύληπτο τρόπο, τόσο την αναγκαιότητα εναλλακτικής επανεξέτασης και επανασχεδιασμού της αναπτυξιακής και οικονομικής πολιτικής (μείζον), όσο και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (έλασσον), προκειμένου να αποφευχθούν οι μειώσεις της συνταξιοδοτικής δαπάνης από το 2018 και μετά. Στην κατεύθυνση αυτή, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα αποτελέσματα σχετικής εργασίας μας, αναφορικά με την εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριας και επικουρικής σύνταξης), τόσο στο άμεσο παρελθόν, όσο και στο απώτερο μέλλον. Έτσι, με την υλοποίηση εναλλακτικών μέτρων αναπτυξιακής και οικονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση της σταθεροποίησης και της αποκατάστασης των ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο 2010-2016, εκτιμούμε ότι το ΑΕΠ θα σημείωνε σωρευτική μείωση 12% (211,1 δις ευρώ ΑΕΠ το 2016), αντί της μείωσης του 26,1% (175,5 δις ευρώ ΑΕΠ το 2016), η ανεργία δεν θα ξεπερνούσε τη συγκεκριμένη περίοδο το 15%, αντί της αύξησης της στο 28,5%,  ο δείκτης δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ, με την υλοποίηση μέτρων εξορθολογισμού του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και την μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριας και επικουρικής σύνταξης) κατά 10% αντί του 35% (2010-2016), θα διαμορφωνόταν από 13,5% του ΑΕΠ το 2010 σε 15,2% του ΑΕΠ το 2016, αντί του 17,1% του ΑΕΠ. Παράλληλα, ακόμη και εάν η Ελλάδα δεχθεί την διατήρηση του επιπέδου των δαπανών συντάξεων προς ΑΕΠ στο επίπεδο του 16%, κατά την περίοδο 2016-2035, τότε σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με την παραδοχή της μέσης ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, τουλάχιστον κατά 1,5%. Από την άποψη αυτή, αναδεικνύεται με τον πιο σαφή τρόπο, η αναγκαιότητα αλλά και η δυνατότητα ανακοπής του αδιεξόδου των συνεχών μειώσεων των συντάξεων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το επίπεδο των πρωτογενών πλεονασμάτων δεν μπορεί να είναι υψηλότερο του μακροχρόνιου ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ και η αναδιάρθρωση του χρέους επιβάλλεται να είναι αξιοσημείωτη.

 

Παράλληλα αναδεικνύεται η αναγκαιότητα μη υλοποίησης των περαιτέρω μειώσεων, όπως αυτές προβλέπονται από τους Ν. 4387/2016 και Ν. 4472/2017 και η λήψη σύγχρονων και τεκμηριωμένων, μακροοικονομικά και αναλογιστικά, μέτρων κοινωνικο-ασφαλιστικής πολιτικής που απομακρύνονται εντελώς από τις συνεχείς μειώσεις των συντάξεων και τις αυξήσεις των εισφορών και απαντούν στα διαρθρωτικά προβλήματα και τις νέες προκλήσεις του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην χώρα μας, όπως: α) η χρηματοδότησης της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, β) οι κοινωνικές ανισότητες, γ) η γήρανση του πληθυσμού, δ) το παρατεταμένο υψηλό επίπεδο της ανεργίας και ιδιαίτερα της ανεργίας των νέων, ε) το χαμηλό επίπεδο των μισθών-εισοδημάτων, αποταμίευσης και κατανάλωσης των νοικοκυριών, στ) η ευελιξία της απασχόλησης και γενικότερα η ευελιξία της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων και ζ) οι νέες τεχνολογίες αυτοματισμού, τεχνητής νοημοσύνης, ρομποτικής και ηλεκτρονικής τεχνολογίας. Σε διαφορετική περίπτωση, οι συνεχείς μειώσεις των συντάξεων θα αποτελέσουν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς παράλληλα, όπως μέχρι σήμερα αποδεικνύεται, να επιλύονται ουσιαστικά τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού πληθυσμού της χώρας μας.

 

Στην κατεύθυνση αποτροπής των αρνητικών αυτών εξελίξεων απαιτείται:

α) η μη εφαρμογή των μειώσεων του 2017 – 2019, β) οργανωτικο-λειτουργικός επανασχεδιασμός του ΣΚΑ, γ) εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης για τη μέτρηση, μεταξύ των άλλων, των επιπτώσεων των νέων προκλήσεων του ΣΚΑ εκτός από την ανεργία και τη γήρανση του πληθυσμού, όπως: α) την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, β) τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι οποίες στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτης μας, προκαλούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ετήσιο  έλλειμμα της τάξης των 2,4 δις. ευρώ, γ) τις ανισότητες, δ) το χαμηλό επίπεδο των αμοιβών, ε) τις νέες τεχνολογίες στην παραγωγική διαδικασία και τις επιπτώσεις τους στην απασχόληση και την κοινωνική ασφάλιση, και στ) την αποσύνδεση των οικονομικών του ΣΚΑ από την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων και την εξυπηρέτηση του χρέους. Έτσι, κατ’ αυτόν τον μεθοδολογικό τρόπο θα προσδιορισθούν ποσοτικά, βραχυχρόνια και μεσο-μακροπρόθεσμα, τα ελλείμματα που προκαλούνται στο ΣΚΑ, αναζητώντας και προσδιορίζοντας ποσοτικά και συγκεκριμένα τις πηγές και τους πόρους χρηματοδότησης τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα από το 2010 και μετά, τα ελλείμματα χωρίς να έχουν προσδιορισθεί επακριβώς χρηματοδοτούνται από τις συνεχείς μειώσεις των συντάξεων. Συμπερασματικά προκύπτει ότι σε επίπεδο οικονομικής λειτουργίας και κοινωνικής προστασίας, η ασκούμενη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα κατά την τρέχουσα δεκαετία 2010-2020, ενώ επιδίωκε, λανθασμένα, τη μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων (εμπορικό  ισοζύγιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, Κρατικός Προϋπολογισμός-Δημόσια ελλείμματα), επιτάχυνε, μεταξύ των άλλων, την αύξηση της ανεργίας και την καθίζηση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα η συντελούμενη ακινησία των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, να δημιουργήσει συνθήκες δίδυμης φτωχοποίησης (περικοπές εισοδημάτων- συντάξεων) και ανεπιτυχούς αντιμετώπισης του αρχικού και κεντρικού στόχου των δίδυμων ελλειμμάτων.

 

 

 

Η ευελιξία απασχόλησης αποκρύπτει

την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες

Η αύξηση των συνταξιούχων και

ο σύγχρονος Καιάδας

Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη

της ελληνικής οικονομίας;

Η επόμενη μέρα

της παγκοσμιοποίησης

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics