ΑΡΘΡΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

Η Οδύσσεια του Ασφαλιστικού

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2016

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

Η ευελιξία της απασχόλησης και οι επιπτώσεις

στην κοινωνική προστασία και στην εργασιακή απόδοση

Από τους: Σάββα Ρομπόλη, Βασίλειο Μπέτση

ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ MBA του ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

1. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΕΙΣ

 

Η βαθμιαία αύξηση της ανεργίας σε διεθνές επίπεδο, ανέδειξε σοβαρές διαφοροποιήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στον θεωρητικό και εννοιολογικό προβληματισμό στο εσωτερικό των αντιλήψεων της οικονομικής θεωρίας και ειδικότερα των οικονομικών της εργασίας μεταξύ των οικονομολόγων, τόσο αναφορικά με τις αιτίες, όσο και αναφορικά με την αντιμετώπιση του φαινομένου. Η νεοκλασσική θεωρία υποστηρίζει την αντίληψη και τις πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας από την πλευρά της προσφοράς, η κεϋνσιανή θεωρία υποστηρίζει την πλευρά της ζήτησης και η ετερόδοξη οικονομική θεωρία (σχολή της ρύθμισης, μετα-κεϋνσιανή θεώρηση) υποστηρίζει την αντίληψη της ευθύνης της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής  για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Όμως στη σχετική βιβλιογραφία αυτής της περιόδου, κάτω από την επίδραση των μονεταριστικών και νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, διαφοροποιείται το εννοιολογικό και θεωρητικό περιεχόμενο του επιστημονικού προβληματισμού, αρχής γενομένης  από  την έννοια της εργασίας (από δημιουργική σε επαγγελματική δραστηριότητα του ανθρώπου) και στη συνέχεια των ασκούμενων πολιτικών, προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης  και της ευελιξίας  της αγοράς εργασίας με την αποκέντρωση των συλλογικών συμβάσεων  εργασίας (επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις εργασίας), της ευελιξίας των μορφών απασχόλησης με την χρονική και όχι μόνο κατάτμηση των θέσεων εργασίας και της απελευθέρωσης γενικότερα της οικονομίας  με την θεσμική  και λειτουργική έξαρση του ρόλου των αγορών προϊόντων-υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας.

 

Πιο συγκεκριμένα, η εξειδίκευση αυτής της θεωρητικής αφετηρίας, κατέληξε στο πεδίο της αγοράς εργασίας και των μορφών  απασχόλησης  από το 1990 μέχρι σήμερα, στην επικράτηση της έννοιας και των ασκούμενων πολιτικών της flexicurity, της flexicurite, της  απασχολησιμότητας  και της ευασφάλειας, δηλαδή της ευελιξίας της απασχόλησης με ασφάλεια των εργαζομένων. Όμως, τόσο σε εννοιολογικό και θεωρητικό, όσο και σε πολιτικό και πρακτικό επίπεδο, καθόλη αυτή την περίοδο εφαρμογής των κάθε μορφής ευελιξιών αναδείχθηκε το αντιφατικό ερώτημα: Με ποιο τρόπο η ευελιξία, δηλαδή η ανασφάλεια της απασχόλησης συνδέεται με την ασφάλεια των ευέλικτα εργαζομένων? Στο ερώτημα αυτό δεν έχει απαντήσει με επιστημονική επάρκεια και κοινωνικο-πολιτική τεκμηρίωση και απόδειξη η κυρίαρχη άποψη της ασκούμενης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αντίθετα, η ευελιξία, δηλαδή η ανασφάλεια της απασχόλησης, όπως αναδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, ασκεί, μεταξύ των άλλων, μία σοβαρή πίεση στους ανέργους και ιδιαίτερα στους νέους, να αποδεχθούν ως γέφυρα μετάβασης στην είσοδο τους στην αγορά εργασίας  την βραχυχρόνιας διάρκειας ευέλικτη απασχόληση, η οποία όμως στην πράξη της λειτουργίας της αγοράς εργασίας μετεξελίσσεται σε μόνιμης διάρκειας  ευέλικτη, χαμηλά αμειβόμενη, αδήλωτη και ανασφάλιστη απασχόληση. Στο πλαίσιο των θεωρητικών και εννοιολογικών αυτών διαφοροποιήσεων και αλλαγών που συντελούνται στις πολιτικές απασχόλησης, θα εξεταστεί στις επόμενες ενότητες τα βασικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας σήμερα στην Ελλάδα, η κατηγοριοποίηση των ευελιξιών της απασχόλησης σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο η έκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, οι επιπτώσεις των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στην κοινωνική προστασία στην Ελλάδα καθώς και οι νέες προκλήσεις της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, της ρομποτικής, της τεχνητής νοημοσύνης και της αυτοματοποίησης στην αγορά εργασίας, την ευελιξία, την ανεργία και την απασχόληση.

 

 

2. ΒΑΣΙΚΑ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Σύμφωνα με την Ερευνα Εργατικού δυναμικού (Ιανουάριος 2017) της ΕΛΣΑΤ το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα είναι 4.755.916 άτομα.Το σύνολο των απασχολουμένων είναι 3.639.126 άτομα και η στατιστική ανεργία ανέρχεται στο επίπεδο των 1.116.790 ατόμων (23,5% του εργατικού δυναμικού), ενώ η πραγματική ανεργία εκτιμάται στο επίπεδο του 29%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 48% των ανέργων βρίσκεται στην ομάδα ηλικιών 15-24 ετών, το  29,5% των ανέργων βρίσκεται στην ομάδα ηλικιών 25-34 ετών, το 20,4% των ανέργων βρίσκεται στην ομάδα ηλικιών 35-44 ετών, ενώ στις ομάδες ηλικιών 45-65 ετών το επίπεδο της ανεργίας είναι 20% περίπου.Στην κατά φύλο ανάλυση της ανεργίας το 19,9% είναι άνδρες και 27,9% των ανέργων είναι γυναίκες.Τέλος, στην κατά περιφέρεια κατανομή της ανεργίας το υψηλότερο επίπεδο (27,4%) βρίσκεται στην αποκεντεωμένη Διοίκηση της Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας και ακολουθεί με 24,6% η αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης, με 24,3% η αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, με 24,1% η Πελοπόννησος-Δυτική Ελλάδα και Ιόνιοι Νήσοι, με 22,7% η Αττική και η Κρήτη και με 19,6% το Αιγαίο.Το σύνολο της μισθωτής απασχόλησης στην Ελλάδα ανέρχεται στο επίπεδο των 2.439.975 ατόμων, από τα οποία τα 2.165.995 άτομα  εργάζονται με την μορφή της πλήρους απασχόλησης και 273.980 άτομα (11,2%) εργάζονται με την μορφή της μερικής απασχόλησης.Παράλληλα, σε όρους προσωρινής απασχόλησης το σύνολο των μισθωτών στην Ελλάδα είναι 294.793 άτομα, από τα οποία 225.670 άτομα εργάζονται με την μορφή της πλήρους απασχόλησης και 69.123 άτομα (23,4%) εργάζονται με τη μορφή της μερικής απασχόλησης.

 

 

3. Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΕΛΙΚΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

 

 Όμως η ευελίξία της απασχόλησης και γενικότερα της αγοράς εργασίας με αφετηρία την κυρίαρχη άποψη(νεοκλασσική θεωρία) της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται, λανθασμένα κατά την άποψη μας, ότι συμβάλλει στην βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, στην μείωση της ανεργίας και ιδιαίτερα της ανεργίας των νέων στην χώρα μας. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την έρευνα, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και η γενικευμένη ευελιξία των μορφών απασχόλησης, δεν συμβάλλουν στην μείωση της ανεργίας και στην δημιουργία σταθερών και αμειβόμενων νέων θέσεων εργασίας στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά συμβάλλουν στην απόκρυψη του υψηλού, στην πραγματικότητα, επιπέδου της ανεργίας. Στις συνθήκες αυτές  παρατηρείται η ταυτόχρονη συρρίκνωση του ΑΕΠ με τη δημιουργία περισσότερων αλλά ευέλικτων και χαμηλά αμειβόμενων θέσεων απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα, η σημερινή δυσμενής και ευέλικτη πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, αναδεικνύει στην πράξη ότι η γενικευμένη ευελιξία των μορφών απασχόλησης στη χώρα μας, αποτελεί εξίσου σοβαρό πρόβλημα της αγοράς εργασίας, αντίστοιχο με αυτό του κατώτατου μισθού και γενικότερα των αμοιβών της μισθωτής εργασίας, των ομαδικών απολύσεων, της κυριαχίας των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων  έναντι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κλπ.. Έτσι, σήμερα στην Ελλάδα, η στατιστική ανεργία  βρίσκεται στο επίπεδο του 23,5% και η μερική απασχόληση  αποτελεί το 11,2% της συνολικής μισθωτής απασχόλησης.Ειδικότερα όμως αξίζει να σημειωθεί ότι σε έξι κλάδους αιχμής (βιομηχανία τροφίμων και ποτών, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, καταλύματα, δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης,εκπαίδευση) της μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα, σε σύνολο μισθωτής απασχόλησης 949.015 ατόμων, τα 794.541 άτομα εργάζονται με πλήρη απασχόληση και 154.474 άτομα (16,3%) εργάζονται με μερική απασχόληση.

 

Πιο συγκεκριμένα από αυτόν τον αριθμό των 154.474 εργαζομένων με μερική απασχόληση στους έξι κλάδους αιχμής της ευέλικτης απασχόλησης, οι περισσότεροι μερικώς απασχολούμενοι (53.251άτομα - 19,3%) εργάζονται στο Λιανικό εμπόριο και ακολουθούν με 50.204 μερικώς απασχολούμενους (30,9%) ο κλάδος των δραστηριοτήτων υπηρεσιών εστίασης και με 34.827 μερικώς απασχολούμενους (12,6%) ο κλάδος της εκπαίδευσης. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε όρους κατηγοροποίησης της ευελιξίας της εργασίας, αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην ευελιξία των μορφών απασχόλησης αλλά επεκτείνεται και στην ευελιξία του χρόνου εργασίας, στην ευελιξία των αμοιβών και της καταβολής τους, στην ευελιξία των συμβάσεων εργασίας, στην ευελιξία της κοινωνικής ασφάλισης, κ.λ.π. Από την άποψη αυτή παρατηρείται ότι στην ελληνική αγορά εργασίας η μερική απασχόληση αποτελεί, κατά το 2016, το 50,3% των νέων προσλήψεων, η ανασφάλιστη εργασία  αφορά 1 στους 5 εργαζόμενους (500.000 άτομα), 300.000 εργαζόμενοι ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται ως μισθωτοί στην πράξη απασχολούνται ως αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνοντας εξ΄ ολοκλήρου την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, 200.000 άτομα ενώ εργάζονται 8 ώρες την ημέρα, στην πράξη καταχωρούνται ως μερικά απασχολούμενοι, 900.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα ενώ εργάζονται καθημερινά και κανονικά, η καταβολή του μισθού τους γίνεται με καθυστέρηση από ένα μέχρι δεκαπέντε μήνες και το 38% των εργαζομένων έχουν αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό. Με αυτά τα δεδομένα και χαρακτηριστικά,  είναι προφανής η γενικευμένη ευελιξία και απελευθέρωση της ελληνικής αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων,το χαμηλο επίπεδο των αμοιβών (393ευρώ μεικτά τον μήνα) των ευέλικτα απασχολούμενων, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται, μεταξύ των άλλων, για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην χώρα μας.

 

 

4. ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΥΕΛΙΚΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΣΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣΑΣΦΑΛΛΙΣΗΣ       

 

Θεωρούμε ιδιαίτερα ενδιαφέρον, στο πλαίσιο της αναγκαιότητας εξασφάλισης της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης να αναδειχθούν οι επιπτώσεις των ευέλικτων μορφών απασχόλησης(μερική και εκ περιτροπής), μεταξύ άλλων, στο επίπεδο των συντάξεων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2016-2055. Έτσι, στις ποσοτικές  προσεγγίσεις της έρευνας μας, θεωρήθηκε ότι η ανεργία θα μειωθεί στο 10% το 2030 και στο 7,5% το 2055. Επίσης, θεωρήθηκε ότι από σήμερα μέχρι το 2024 το ποσοστό των νέων θέσεων απασχόλησης που θα είναι ευέλικτες (μερική και εκ περιτροπής απασχόληση) θα αποτελεί το 64% και από το 2025 μέχρι το 2055 θα αποτελεί το 75% των νέων προσλήψεων (Υπουργείο Εργασίας: Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2016  το ποσοστό των προσλήψεων μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης ανήλθε στο 63,9% έναντι 36,1% των προσλήψεων για πλήρη απασχόληση). Επίσης, έχει εκτιμηθεί ότι οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής) θα έχουν φτάσει στο 29% το 2055 του συνολικού απασχολούμενου πληθυσμού (18,5% κατά μέσο όρο την περίοδο 2016-2025). Με αφετηρία τις παραδοχές και τις προβλέψεις αυτές, από τους υπολογισμούς της έρευνας μας προκύπτει, ότι το ετήσιο έλλειμμα που θα προκληθεί στην κοινωνική ασφάλιση θα είναι κατά μέσο όρο 0,95% του εκάστοτε ετήσιου ΑΕΠ (το ΑΕΠ έχει θεωρηθεί ότι θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,5%). Έτσι, το 2055 το προκαλούμενο από την ευελιξία της απασχόλησης έλλειμμα, θα φτάσει στο 1,5% του ΑΕΠ του 2055, εφόσον επαληθευτεί η αύξηση του ΑΕΠ με ετήσιο ρυθμό μεταβολής 1,5%. Έτσι το συνολικό προκαλούμενο έλλειμμα της περιόδου 2016-2055, με ετήσιο μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 1,5%, θα είναι ίσο με το 36,9% του ΑΕΠ του 2015.

 

Ειδικότερα, το συνολικό προκαλούμενο έλλειμμα από την απώλεια των εισφορών προς το ασφαλιστικό σύστημα λόγω των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής), εκτιμάται σε παρούσες αξίες στο ύψος των 65,6 δις ευρώ (48 δις ευρώ από την κύρια σύνταξη και 17,6 δις από την επικουρική σύνταξη), δηλαδή 2,4 δις ευρώ κατά μέσο όρο τον χρόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο από την γήρανση του πληθυσμού για να διατηρηθεί το όριο του 16% (Ν.4387/2016) του ΑΕΠ στις συνταξιοδοτικές δαπάνες για την περίοδο 2016-2055, εκτιμάται ότι θα πρέπει να μειωθούν οι συντάξεις κατά περίπου 22% σε σχέση με το σημερινό επίπεδο. Εάν ληφθεί υπόψη η απώλεια εσόδων που προκαλείται από τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής), τότε εκτιμάται ότι θα υπάρξει μια επιπλέον μείωση των συντάξεων κατά 33% την περίοδο 2016-2055. Το εύρημα αυτό σημαίνει, ότι για να διατηρηθεί το σημερινό επίπεδο των συντάξεων και για να μη γίνουν άλλες μειώσεις στο μέλλον, θα πρέπει λόγω της επίδρασης της γήρανσης του πληθυσμού και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής), το ΑΕΠ να αυξάνεται ετησίως με ρυθμό μεταβολής που να προσεγγίζει το 5,7% - 6,2% κάθε χρόνο (μόνο λόγω της γήρανσης του πληθυσμού εκτιμάται ότι απαιτείται ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ ίσος με 3,5% - 4%).

 

Με άλλα λόγια, όπως αποδεικνύεται από την έρευνα, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης (μερική και εκ περιτροπής) στην χώρα μας, όπως και στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν σοβαρή απειλή για το μελλοντικό επίπεδο των συντάξεων και δεν αποτελούν, όπως ισχυρίζονται το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κινητήρια δύναμη ανάκαμψης της οικονομίας, δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, μείωσης της ανεργίας, αύξησης της απασχόλησης, βελτίωσης του επιπέδου της ανταγωνιστικότητας και ενδυνάμωσης της Κοινωνικής Ασφάλισης και του Κράτους Πρόνοιας. Επιπλέον, η γήρανση του εργατικού δυναμικού, η κεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων σε συνδυασμό με τους χαμηλούς ρυθμούς της ανάπτυξης και του επιπέδου της παραγωγικότητας, τα χαμηλά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών ταμείων, το παρατεταμένο υψηλό επίπεδο της ανεργίας, κλπ., αποτελούν πρόσθετες απειλές και νέες προκλήσεις για το μέλλον των συντάξεων. Οι απειλές αυτές επιβάλλουν τον άμεσο σχεδιασμό αντιμετώπισής τους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι, με αφετηρία αυτά τα δεδομένα και τις νέες αυτές προκλήσεις που προβάλλονται στο σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, είναι φανερό ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική στην χώρα μας θα πρέπει να αντιληφθεί και να αντιμετωπίσει τις σοβαρές αρνητικές συνέπειες που θα έχει στη βιωσιμότητα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος και στη βιωσιμότητα των συντάξεων, η αναιμική ανάκαμψη, η γήρανση του πληθυσμού, η  απελευθέρωση  της αγοράς εργασίας, των εργασιακών σχέσεων και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Διαφορετικά, οι σημερινές αλλά και οι μελλοντικές γενεές θα είναι μάρτυρες διαδοχικών μειώσεων των συντάξεων (την περίοδο 2010-2019 το επίπεδο των συντάξεων εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 65%- 70% - 52 δις ευρώ), με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού πληθυσμού της χώρας μας.

 

 

 

5. ΟΙ ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΤΗΣ ΡΟΜΠΟΤΙΚΗΣ ΚΑΙ

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

 

Η επέκταση της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών ως βασικής προϋπόθεσης βελτίωσης του επιπέδου παραγωγικότητας και ενίσχυσης του επιπέδου ανταγωνιστικότητας, αποτελούσε και αποτελεί τη στρατηγική επιλογή των επιχειρήσεων και των οικονομικών σχηματισμών, ιδιαίτερα στα πλαίσια των νέων συνθηκών ανταγωνισμού στο πεδίο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η στρατηγική αυτή επιλογή, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, συνδυάστηκε από τις ασκούμενες πολιτικές της απασχολησιμότητας, των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και της αγοράς εργασίας γενικότερα, της απορρύθμισης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των εργασιακών σχέσεων καθώς και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, στις σημερινές συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού, η βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας δεν επιτυγχάνεται με την εφαρμογή της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και την αποδιάρθρωση του κράτους-πρόνοιας.

 

Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα διεθνή στατιστικά συγκριτικά στοιχεία, ο συντελεστής μείωσης του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος με την εφαρμογή του κοινωνικού dumping,είναι πολλαπλάσια μικρότερος από τον αντίστοιχο, με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και ιδιαίτερα της ρομποτικής, του αυτοματισμού και της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία. Και αυτό γιατί η νέα τεχνολογία της ρομποτικής, των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης διευρύνει στην παραγωγική διαδικασία την αυτοματοποίηση και αυξάνει, ως εκ τούτου, το επίπεδο της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα η ίδια ποσότητα των προϊόντων, που εμπεριέχει και τη βελτίωση της ποιότητας τους, να παράγεται με λιγότερους εργαζόμενους. Από την άποψη αυτή, η σημαντική αύξηση κατά 30% του επιπέδου παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και η μείωση του κόστους εργασίας κατά 18%-33% στην μεταποίηση, οδήγησε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ρομποτικής, στην αύξηση του συνολικού αριθμού των βιομηχανικών ρομπότ κατά 11% το 2015 (1,6 εκατομ. ρομπότ) σε σχέση με το 2014, με προοπτική μέχρι το τέλος του 2019 ο συνολικός αριθμός ρομπότ στην διεθνή οικονομία να φθάσει στα 2,6 εκατομ. Πιο συγκεκριμένα, στις ΗΠΑ ο αριθμός των ρομπότ στη βιομηχανία ανέρχεται σε 300.000 και στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Αγγλία) ο αριθμός, σύμφωνα με την Διεθνή Ομοσπονδία Ρομποτικής, ανέρχεται σε 340.000 και στην Κίνα ο αριθμός των ρομπότ εκτιμάται ότι στα τέλη του 2017 θα φθάσει τα 420.000. Με άλλα λόγια, στο σύνολο της βιομηχανίας αντιστοιχούν στην Ν.Κορέα και στις ΗΠΑ 411 ρομπότ ανά 10.000 εργαζόμενους, ενώ στην Ιαπωνία αντιστοιχούν 213 ρομπότ, στην Γερμανία 170 ρομπότ, στην Ταϊβάν 159 ρομπότ και στην Γαλλία αντιστοιχούν 126 ρομπότ ανά 10.000 εργαζόμενους.

 

Είναι προφανές, ότι η ρομποτική αυτή πραγματικότητα και προοπτική, επηρεάζει σημαντικά την σχέση τεχνολογίας και εργασίας, σε βαθμό που μέχρι το 2030 εκτιμάται ότι τα ρομπότ θα υπερβούν την ευφυία και την δεξιότητα του εργαζόμενου, θα αυτονομηθούν λειτουργικά, θα αυτό-επισκευάζονται και τέλος θα αντικαταστήσουν το 38% των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να απωλεσθούν μισθοί της τάξης των 15 τρις ευρώ. Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων καθώς και της συμβολής της λειτουργίας των ρομπότ στην αύξηση της ανεργίας, στην απώλεια φορολογικών εσόδων, ασφαλιστικών εισφορών, διεύρυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, κλπ., κατατέθηκε (Ιανουάριος 2017) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Σχέδιο ψηφίσματος από την Επιτροπή νομικών υποθέσεων, προκειμένου «να αναγνωρισθούν τα ρομπότ ως ηλεκτρονικά πρόσωπα» και ως εκ τούτου οι ιδιοκτήτες - εργοδότες της συνεχώς αυξανόμενης στρατιάς των ρομποτικών εργατών να πληρώνουν γι’αυτά φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Όμως, στην συνεδρίαση της 16/2/2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε κατά πλειοψηφία, την απόρριψη της πρότασης φορολόγησης των ιδιοκτητών των ρομπότ, θεωρώντας ότι «το ζήτημα είναι πρόωρο και πολύπλοκο και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να υλοποιηθεί σε πενήντα χρόνια». Η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που στην ουσία νομιμοποιεί την εγκαθίδρυση του «νέου τεχνολογικού υποδείγματος του κεφαλαίου» καθώς και «την αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία» των ρομπότ, δέχθηκε την κριτική του ιδρυτή της Microsoft B.Gates, o οποίος υποστήριξε ότι «η εργασία των ρομπότ πρέπει να φορολογείται όπως η ανθρώπινη εργασία», γιατί διαφορετικά οι κατασκευαστές και οι ιδιοκτήτες των ρομπότ  θα αποκομίζουν τεράστια  κέρδη που θα παράγει η αυτοματοποιημένη εργασία, χωρίς να καταβάλλουν φόρους στο Κράτος και ασφαλιστικές εισφορές στα Ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η επιδότηση ανεργίας των ανέργων, λόγω της χρήσης των ρομπότ καθώς και η επιμόρφωση, η επανεκπαίδευση και η επανένταξη τους στην αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, παρά  την απόρριψη της πρότασης φορολόγησης των ιδιοκτητών των ρομπότ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαπιστώνεται ότι άνοιξε, για διαφορετικούς λόγους, η συζήτηση του σοβαρού, σύνθετου και περίπλοκου αυτού ζητήματος της παραγωγής, της τεχνολογίας και της εργασίας σε διεθνές επίπεδο, δεδομένου τόσο του ενδιαφέροντος της τεχνολογικής επιστημονικής και ερευνητικής κοινότητας, όσο και των επιχειρήσεων παραγωγής τεχνολογίας, ρομπότ και τεχνητής νοημοσύνης. Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρούμε ότι για την ουσιαστική και πλήρη άρση των συνεπειών «της απασχόλησης» των ρομπότ, ο πρόσθετος παραγωγικός πλούτος, λόγω της χρήσης των ρομπότ  στην βιομηχανία και την οικονομία, απαιτείται να κατανεμηθεί ως κοινωνικό κεφάλαιο σε είδος (μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών) και σε χρήμα (χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης και του Κράτους  για την επανένταξη των ανέργων στην αγορά εργασίας).

 

 

Η ευελιξία απασχόλησης αποκρύπτει

την ανεργία και αυξάνει τις ανισότητες

Η αύξηση των συνταξιούχων και

ο σύγχρονος Καιάδας

Ανασυγκρότηση ή μετάλλαξη

της ελληνικής οικονομίας;

Η επόμενη μέρα

της παγκοσμιοποίησης

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics